ευταξία

η (ΑΜ εὐταξία) [εύτακτος]
1. η καλή τάξη, η τακτοποίηση
2. η τήρηση τής τάξεως, η πειθαρχία
3. σεμνότητα, φρονιμάδα
αρχ.
1. η καλή κατάσταση
2. (για πόλεις) η ευνομία
3. η μετριότητα στη διατροφή
4. εγκράτεια, αγνότητα
5. (στη φιλοσ. τών Στωικών) η έξη τού να πράττει και να λέει κάποιος καθετί που αρμόζει σε τόπο και σε χρόνο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐταξία — εὐταξίᾱ , εὐταξία good arrangement fem nom/voc/acc dual εὐταξίᾱ , εὐταξία good arrangement fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίᾳ — εὐταξίαι , εὐταξία good arrangement fem nom/voc pl εὐταξίᾱͅ , εὐταξία good arrangement fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίας — εὐταξίᾱς , εὐταξία good arrangement fem acc pl εὐταξίᾱς , εὐταξία good arrangement fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίαι — εὐταξία good arrangement fem nom/voc pl εὐταξίᾱͅ , εὐταξία good arrangement fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίαν — εὐταξίᾱν , εὐταξία good arrangement fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίαις — εὐταξία good arrangement fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίης — εὐταξία good arrangement fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐταξίῃ — εὐταξία good arrangement fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευταξίας — ο (ΑΜ εὐταξίας) [ευταξία] εκκλησιαστικό αξίωμα, αυτός που μεριμνά για την ευταξία στους ναούς και στις ιερές ακολουθίες νεοελλ. (σε παλιότερες εποχές) μαθητής υπεύθυνος για την τήρηση τής τάξεως στο σχολείο, πρωτόσχολος, επιμελητής …   Dictionary of Greek

  • Liturgie (Athènes) — Liturgie (Grèce antique)  Cet article concerne l obligation fiscale pesant sur les riches en Grèce antique. Pour le sens religieux du terme, voir liturgie …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.